13 Ιουν 2016

Τα παραμύθια ανήκουν στην Ανθρωπότητα κι όχι στις κοινωνίες: Όταν πέθαναν τα παραμύθια της γιαγιάς

Η Γιαγιά Σοφία
φώτο: Η Γιαγιά Σοφία

Κείμενα Νίκος Λυγερός
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Τα παραμύθια της γιαγιάς 

Ν. ΛυγερόςΌταν ήμασταν μικροί, 

ακούγαμε τα παραμύθια της γιαγιάς.
Έλεγε τα παραμύθια για να μην τα ξεχάσει. 
Έκλαιγε τους πόνους μας 
για να μην μας γελάσει.
Τότε κάθε λέξη ήταν και μία φωνή.
Ο κόσμος μας ήταν μικρός 
και βλέπαμε τα λάθη του.
Θέλαμε και πάλι το ίδιο παραμύθι
κάθε βράδυ για να έρθει η επόμενη μέρα.
Τώρα η γιαγιά δεν λέει πια παραμύθια.
Η λήθη αποφάσισε ότι είναι εκτός ύλης.

Ευχαριστώ θερμά την Liva Sofi
για το υπέροχο βίντεο που δημιούργησε. 
Την ευχαριστούμε όλοι μαζί για τον κόπο, 
την αισθητική και την μουσική επιλογή. Σ.Ν.


Τα παραμύθια της γιαγιάς
δεν ήταν μόνο για παιδιά
κι ας σας τα έλεγε
όταν ήσασταν μικρές
γιατί είχαν μέσα τους
τα στοιχεία της θρησκείας
που αγγίζουν την ψυχή
όχι μόνο με την αγνότητα
αλλά και την δικαιοσύνη
που ποτέ δε δίστασε
να θυσιαστεί για τους άλλους
αφού η οντολογία του
ήταν η τελεολογία του
γιατί δεν ήρθε για να ζήσει
αλλά για να εκτελέσει
την εσχάτη αποστολή. 

Παραμύθι για παιδιά - Ν. Λυγερός

Μετάφραση: Ράνια Μουσούλη

Ο χειμώνας ήταν πολύ λευκός και η άνοιξη αργούσε ν’ανοίξει στον κόσμο. Τα σπίτια το γνώριζαν εδώ και αιώνες ενώ οι άνθρωποι ήταν πολυάσχολοι χωρίς χαλάρωση ως εάν ο ερχομός της εξαρτιόταν από αυτούς. Δεν ήταν σίγουροι αλλά μέσα στην αμφιβολία συνέχιζαν να ζουν. Κάποιοι είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες τους και είχαν προτιμήσει να μοιραστούν ειρηνικά αυτή τη γη που είχαν τόσο αγαπήσει και που τους είχε κάνει τόσο να υποφέρουν. Πλέον σε μικρή απόσταση από το έδαφος, κοίταζαν το κενό της ύπαρξής τους. Ήταν χαρούμενοι διότι είχαν ζήσει ήταν αλήθεια αλλά ήταν ακόμη περισσότερο διότι ήταν επιτέλους νεκροί. Αυτό έκανε χρόνια ώσπου να ασχοληθούν με την ευτυχία. Αυτή η τελευταία δεν είχε ποτέ νόημα γι' αυτούς.

Έμοιαζε σε αυτά τα παραμύθια για τα παιδιά που οι μεγάλοι βιάζονταν να ξεχάσουν για να αρχίσουν να ζουν ή καλύτερα για να αρχίσουν επιτέλους να πεθαίνουν διότι τελικά όλο το θέμα ήταν αυτό. Πώς να τα καταφέρουν τόσο καλά όσο κακά σε αυτό το αναπόφευκτο τέλος που αργούσε να έρθει. Η ελπίδα είχε ξεφύγει από το κουτί της Πανδώρας και είχε πείσει την ανθρωπότητα να μην αυτοκτονήσει και πως η ζωή ήταν δυνατή. Ήταν το ίδιο μήνυμα που αντάλλαζαν εδώ και αιώνες γενεές ανθρώπων απατημένοι από το είδος. Η ειρωνεία του τους είχε σημαδέψει για πάντα. Στιγματισμένοι από την ελπίδα είχαν δεχτεί την ιδέα του θανάτου όχι σαν ένα πεπρωμένο ή μια απελευθέρωση αλλά σαν ένα λάθος που μπορούσε να διορθωθεί. Αυτό που πάρθηκε για θάνατος δεν ήταν καθόλου έτσι να παρθεί και αντιπροσώπευε το δώρο της ζωής. Έτσι, ήταν σε παράκληση θανάτου δίχως να το συνειδητοποιήσουν.


Οι εποχές περνούσαν, τα χρόνια πέρασαν αλλά οι άνθρωποι δεν άλλαζαν. Ήταν πεπεισμένοι ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Μόνο μια μέρα της άνοιξης, τα πράγματα άλλαξαν και πια τίποτε δεν ήταν όπως πριν. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν τον πόνο, τον πόνο της ζωής, τον πόνο να ζουν σε κατεχόμενο έδαφος. Έτσι η έννοια του θανάτου αλλάζει γιαυτούς και γίνεται τελικά ένας στόχος. Δεν ήταν πια ένα λάθος, ήταν ένα σημάδι. Η γη τους υπέφερε και από δι και μπρος κάθε στιγμή της ύπαρξης τους ήταν συνοψισμένη σε έναν ποινή πόνου. Ο χειμώνας έμοιαζε να μην τελειώνει πια. Ήταν όλο και περισσότερο λευκός ενώ η ζωή σκοτείνιαζε. Οι σπάνιες στιγμές της ανάπαυσης ήταν όλες ίδιες. Εκτυλίσσονταν στο νεκροταφείο κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης του ενός από αυτούς. Κάτω από το σημάδι του σταυρού, παρακαλούσαν όλοι το ίδιο πράγμα: 

Αφήστε μας να πεθάνουμε ειρηνικά ! 

Μέσα από το παραμύθι
οι μικροί άνθρωποι
μαθαίνουν όχι μόνο
για τους ήρωες και τις αξίες
αλλά και ταυτόχρονα
για τις υπερβάσεις
που είναι τόσο σημαντικές
για την πορεία
της ζωής τους
διότι είμαστε
πάντα μαζί τους
λόγω ανάγκης
για την εξέλιξη
της ανθρωπιάς
που τους επιτρέπει
να ανήκουν
στην Ανθρωπότητα
όχι μόνο ως αθώους
αλλά και δίκαιους
αφού μαθαίνουν
πώς να βοηθούν
και τη βοήθεια. 

Μάθε παραμύθια 
κι από άλλες γλώσσες
κι από άλλες χώρες
για να εμπλουτίσεις
τον πολιτισμό σου
για ν’ ανήκεις
ακόμα περισσότερο
στην Ανθρωπότητα
και ν’ αγγίξεις
τις διασταυρώσεις
των ιστοριών
των λαών
που θέλουν
να διαδώσουν
την αλήθεια
ανεξάρτητα
από τη μόδα
των κοινωνιών
για να μη χαθεί
στη λήθη
αλλιώς κι εσύ
θα χαθείς
στο άγνωστο. 

Όταν πέθαναν τα παραμύθια 

Παλιά η Μπάμπτσια έλεγε παραμύθια
λίγο πριν μας πάρει ο ύπνος. 

Τώρα όμως που είμαστε όλοι νεκροί
δεν θέλει να πει παρά μόνο την αλήθεια. 

Αλλά δεν υπάρχει κανένας που να πιστεύει
ότι κάποτε ζούσαμε και χορεύαμε στα στάχυα. 

Ποιος μπορεί να πιστέψει
ότι θέρισαν εκατομμύρια ψυχές; 

Έτσι πέθαναν τα παλιά παραμύθια
κι ήρθαν αυτά που δεν είναι.

Το παραμύθι του πύργου - Ν. Λυγερός


Μια φορά κι ένα καιρό, ο δάσκαλος πήγε τους μαθητές του στα ερείπια ενός παλιού κάστρου. Έτσι νόμιζαν τουλάχιστον εκείνοι. Στην πραγματικότητα ήταν ένας πύργος. Ανέβηκαν και κοίταξαν το λιμάνι κάτω, και τη θάλασσα μακριά. Ο δάσκαλος έβλεπε μόνο τον ουρανό. Δεν ήξεραν τι είχε στο νου του. Αλλά αυτό δεν τους προκαλούσε πια περιέργεια. Και τα κινέζικα ιδεογράμματα τους έκαναν την ίδια εντύπωση. Ξαφνικά τον είδαν να κοιτάζει την επιφάνεια του νερού.

Δεν κατάλαβαν όμως ότι θυμόταν μια νοητική μάχη μιας άλλης εποχής, όπου τα σπαθιά ακολουθούσαν έναν κώδικα. Δύο σημεία πάνω στη θάλασσα και μετά τίποτα. Μετέωρα, ιπτάμενα σπαθιά και μαχητές του ανέμου. Οι μαθητές είχαν κουραστεί και κάθισαν γιατί δεν μπορούσαν να προβλέψουν πόσες ώρες θα διαρκούσε το άγνωστο μάθημα.

Ήταν όντως βαριά η ασπίδα τους και δεν έβλεπαν τους εχθρούς. Αυτό δε σήμαινε ότι δεν υπήρχαν βέβαια. Κάθισε και ο δάσκαλος κι άρχισε να τους μιλά για άγνωστες μάχες που είχαν δώσει ανώνυμοι ιππότες. Αλλά εκείνος τους ονόμαζε λες και ήταν πιόνια μιας τεράστιας παρτίδας μέσα στο χρόνο. Ήθελαν ν' απολαύσουν τη θέα αλλά το ύφος του δασκάλου τους, τους πλήγωνε.

Δεν είχαν κατορθώσει να κατανοήσουν την επινόησή του. Βρισκόταν σε μια θεατρική παράσταση δίχως να γνωρίζουν το σενάριο και ο αυτοσχεδιασμός είχε τα όρια του. Εκείνα τα έδειξαν τα αστέρια της νύχτας. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι τα παραμύθια ήταν τόσο μεγάλα και τους ξάφνιασε το σκοτάδι. Δεν έβλεπαν ούτε τους χαμαιλέοντες ούτε τους δράκους. Σημασία είχε για το δάσκαλο ότι τα κτήνη ήταν μακριά. Άφησε λοιπόν τους μαθητές του να ξεκουραστούν. Δεν μπορούσαν να πεθάνουν κουρασμένοι. Σιγά σιγά, κατέβηκαν όλοι από τον πύργο.

Ο δάσκαλος έμεινε λίγο πίσω χαιρέτησε τους δικούς τους και ζήτησε συγγνώμη. Οι μαθητές σκέφτηκαν ότι δεν είχε βουβάλι για να κατεβεί ο δάσκαλος και πήραν την κατηφόρα. Ο φούρνος δεν είχε ανοίξει ακόμα αλλά το προζύμι ήταν ήδη έτοιμο. Οι πέτρες του πύργου θα περίμεναν ακόμα να ζητήσει η μαθήτρια, η μικρή ένα άλλο παραμύθι για να καταλάβει τη μάχη που δεν έζησε. Θα περίμεναν ν' ακούσουν τα λόγια της για τα σπασμένα σπαθιά. Τότε μόνο θα έλεγε ο δάσκαλος το επόμενο παραμύθι για τα παιδιά.

Τα παραμύθια 

Τα παραμύθια ανήκουν στην Ανθρωπότητα 
κι όχι στις κοινωνίες. Αν θέλεις λοιπόν να μάθεις 
στα παιδιά σου τα πρώτα στοιχεία 
αυτής της υπερδομής, διάβασέ τους 
την ουσία των παλιών για να μάθουν 
στη μνημοσύνη που θα έρθει να καρφωθεί 
στη νοημοσύνη τους, για να γίνουν 
άνθρωποι του Χρόνου που ξεχωρίζουν 
από τη λήθη και την αδιαφορία.

Η μικρή μούσα και το τεράστιο τέρας 
παραμύθι για παιδιά με ειδικές ανάγκες

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα αγοράκι που δεν είχε ανάγκη ν’ ανοίξει τα μάτια του για να βλέπει τους ανθρώπους. Η φύση, να μην το ζηλεύουν τα άτομα, το είχε κάνει πανάσχημο. Έτσι, δεν είχε προβλήματα με την κοινωνία, διότι κανείς δεν το πρόσεχε. Βέβαια, όταν κάποιος το έβλεπε τυχαία, το κορόιδευε. Αυτό, όμως, δεν το πείραζε, διότι ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να βλέπει τα άτομα. Αλλιώς, δεν υπήρχαν για το αγοράκι. Όλοι κοίταζαν το παραμορφωμένο κορμί του, δίχως να καταλάβουν ότι έφταιγε η ανθρωπιά. Δεν χωρούσε μέσα στο μικρό κορμί και ήθελε ν’ αγγίξει τους άλλους. Εκείνοι, όμως, δεν την άφηναν και παρέμενε εγκλωβισμένη μέσα στο μικρό κορμί. Ευτυχώς για το αγοράκι και για την ανθρωπιά, βοήθησε ο χρόνος.

Μεγαλώνοντας το αγόρι έδινε όλο και περισσότερο χώρο στην ανθρωπιά. Και γι’ αυτό το λόγο, αποφάσισε να γίνει ένα τεράστιο τέρας για να χωρέσει όλη η ανθρωπιά του. Εκείνη δεν ένιωθε πια εγκλωβισμένη. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι πλέον όλοι έβλεπαν το τεράστιο τέρας και η κοινωνία άρχισε πια να το κατηγορεί, διότι τόση ανθρωπιά ήταν απαράδεκτη. Ήξερε ότι δεν μπορούσε ν’ αποφύγει την κοινωνική καταδίκη. Και πριν το βάλουν στη φυλακή, έδωσε τα τέσσερα μέλη του σε ανάπηρα παιδιά, για να έχουν μέσα τους την ανθρωπιά που δεν τους έδινε κανείς. Το τεράστιο τέρας δεν έβγαινε πια έξω. Έμενε στο δωμάτιό του, μόνο για να μην ενοχλήσει τους άλλους. Καθόταν ώρες στο μπαλκόνι του για να μελετά τον κόσμο. Κι έτσι μια μέρα γνώρισε τη μικρή μούσα. Βέβαια, εκείνη δεν το είδε, διότι δεν κοίταζε την ασχήμια του κόσμου. Με τη μικρή μούσα, η ζωή του απέκτησε ομορφιά και χαιρόταν κάθε φορά που την έβλεπε να περνά στο δρόμο. Βέβαια, δεν ήξερε ότι η μικρή μούσα είχε μάθει γι’ αυτό και ότι προσπαθούσε να το δει, όταν καθόταν στο μικρό του μπαλκόνι.

Περνούσε κάθε μέρα, για ν’ αντικρίσει τον άνθρωπο που είχε δώσει τα μέλη του στα ανάπηρα παιδιά. Ήταν, όμως, πολύ μικρή κι εκείνος πολύ μεγάλος. Και η κοινωνία απαγόρευε τη συνάντησή τους. Μια μέρα μόνο τόλμησε να πατήσει το κουδούνι του. Μα, εκείνος δεν της άνοιξε, γιατί δεν είχε χέρια. Η μικρή μούσα θεώρησε πως ήθελε να την αποφύγει. Επέμενε ακόμα και αν η πόρτα παρέμενε κλειστή. Μα, το τέρας δεν ήξερε ότι εκείνη χτυπούσε το κουδούνι του. Νόμιζε πως έπαιζαν τα παιδιά της γειτονιάς. Διότι κανείς δεν ερχόταν να το επισκεφθεί. Η κοινωνία το είχε ξεχάσει. Αλλά η μικρή μούσα δεν ανήκε στην κοινωνία. Κι είχε διαβάσει το έργο του Ουγκώ. Μόνο όταν εκείνο πήγε στο νοσοκομείο, για να δωρίσει άλλα όργανα στα παιδιά, μπόρεσε να το δει πάνω στο καροτσάκι του. Ήταν τεράστιο, όπως έλεγε και η κοινωνία. Έκλεισε τα μάτια της και είδε την ανθρωπιά του να την αγκαλιάζει. Στην αρχή, φοβήθηκε αλλά μετά ένιωσε ότι ήθελε να την προστατέψει. Τότε, το τεράστιο τέρας ένιωσε κι αυτό ένα παράξενο συναίσθημα. Κατάλαβε ότι η μικρή μούσα το αγαπούσε. Εκείνη δεν ήθελε να δώσει άλλα όργανα. Έπρεπε να τα κρατήσει, για να ζήσει μαζί της.

Όμως, το τεράστιο τέρας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, γιατί τα παιδιά το περίμεναν. Δίχως θυσία, η ζωή του δεν είχε νόημα. Η μικρή μούσα παρακάλεσε και λύγισε η καρδιά του. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Κι έτσι το τεράστιο τέρας έδωσε στη μικρή μούσα την καρδιά του, για να μην την πάρει κανείς άλλος. Η μικρή μούσα ήταν πλέον χαρούμενη, γιατί της ανήκε η καρδιά του τεράστιου τέρατος. Κι εκείνη για να ευχαριστήσει την ομορφιά της ζωής του, έγραφε με τη γλώσσα του τα παραμύθια των παιδιών που δεν είχαν ούτε αγάπη ούτε ανθρωπιά από την κοινωνία.


Ο Δρ. Νίκος Λυγερός είναι Στρατηγικός Σύμβουλος και καθηγητής Γεωστρατηγικής. Καθηγητής Πανεπιστημίου της Lyon – Μαθηματικός, Ζωγράφος, Ποιητής, Σκηνοθέτης, Γλωσσολόγος κ.ά. Δείτε το βιογραφικό του εδώ.

Κείμενα, Ποίηση: Opus of N. Lygeros - 4155) Όταν πέθαναν τα παραμύθια (ποίημα). Perfection 9 8 9/2008. En. When fairytales died. (poem). Fr. Quand les contes sont morts. (poème). Ру. Когда умерли сказки. (Стихотворение). Ук. Коли померли казки. (вірш).
772) Conte pour enfants. Perfection 5 3 3/2004. Eλ. Παραμύθι για παιδιά.


• Διάλεξη του Νίκου Λυγερού με θέμα: "Η Παιδεία των Μικρών Ανθρώπων". Αίθουσα εκδηλώσεων Δήμου Αραδίππου, Κύπρος. Παρασκευή 3 Απριλίου 2015, ώρα: 17.00 - Αφίσα - Video




Δείτε ακόμη:






Συνομιλίες
Σοφία Ντρέκου 13 Ιουνίου 2014 στις 1:43 μ.μ.
Νίκος Λυγερός Έργο Ανθρωπότητας » 12 Νοεμβρίου 2014Ιφιγένεια γεωργιάδου: Κάτω από το σημάδι του σταυρού, παρακαλούσαν όλοι το ίδιο πράγμα: Αφήστε μας να πεθάνουμε ειρηνικά ! Ν.Λυγερός 12 Νοεμβρίου 2014 στις 1:18 μ.μ.

υιός άσωτος (Sotirios Laliotis): Όμως έπρεπε να γυρίσει ο χρόνος, έτσι τάχθηκε. Τώρα εμείς μπορούμε να χαρούμε αυτόν τον κύκλο; Θα μας αφήσει το παιδάκι με τα σπίρτα; Θα είμαστε έτοιμοι, να κάνουμε τον όποιον καιρό όμορφο για τον άνθρωπο; Κύριε Σκρούτζ θα δώσουμε την χαρά; Θα γίνουν πράξει οι μεγάλες προσδοκίες; 12 Νοεμβρίου 2014 στις 6:58 μ.μ.



Δεν υπάρχουν σχόλια: