Παρασκευή, Νοεμβρίου 18

Ο αλήτης που πέθανε - Τα αλητάκια της ανθρωπιάς


Ένας γέρος πέθανε - Ο αλήτης που πέθανε
N. Lygeros / Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου
Ένας γέρος πέθανε - N. Lygeros

Ένας γέρος πέθανε σ’ ένα τραπεζάκι
μα κανείς δεν έκλαψε μες στο μαγαζί.

Τραγουδούσε για τους ανθρώπους 
που είχε χάσει στην κατοχή. 

Είχε μείνει μόνος του στο κουτούκι του 
εξαιτίας της αδιαφορίας της κοινωνίας. 

Δεν άκουγε πια το μπουζουκάκι
κι ήπιε το τελευταίο του κρασάκι.







Ο αλήτης που πέθανε

Ο γέρος αγαπούσε τα ρεμπέτικα. Του θύμιζαν τα χρόνια της κατοχής. Μα τα κουτούκια έκλειναν και οι άνθρωποι πέθαιναν. Και δεν ήξερε πια πού να βάλει τον πόνο του. 


Δεν υπήρχαν πλέον γλυκά του κουταλιού, μόνο πίκρες του καφενείου. Ο δρόμος στένευε και ο μονόδρομος κλειστός. Δεν άκουγε τον μπαγλαμά της ζωής. 


Καθόταν σιωπηλός μέσα στον θόρυβο της κοινωνίας. Δεν περνούσε από το πάρκο ούτε την πλατεία, όλοι οι φίλοι του είχαν πεθάνει. Και το παγκάκι ήταν τεράστιο για έναν άνθρωπο. Ήξερε όμως ότι εκεί ήταν ο σταυρός των φτωχών. 


Οι κατηγορίες της κοινωνίας δεν τον άγγιζαν από καιρό. Δεν ξέχασε ποτέ ούτε την αξία τους ούτε το κόστος τους. Έπινε ακόμα την παλιά λεμονάδα του χρυσού βραβείου. Μετά από τόσα χρόνια θυμόταν τα λεμόνια. 


Στην άκρη του δρόμου δεν έδιωξε ποτέ το δάκρυ. Είχε γεννηθεί αλήτης και θα πέθαινε αλήτης. Ήταν και αυτό μία μορφή της γαμημένης μονιμότητας της πατρίδας του. Όλοι κοίταζαν τις καρέκλες λες και ο κώλος τους ήταν το πιο σημαντικό μέρος του σώματός τους. Εκείνος δεν κοίταζε τις καρέκλες. Προτιμούσε τις κινήσεις.

  • Ο γέρος είχε φάει ξύλο στην κατοχή, στον εμφύλιο και στη χούντα.
Τις καρέκλες τού τις ’διναν μόνο για τη φάλαγγα. Και τα πόδια του ήξεραν τις γεύσεις τους. Σαν τους ρεμπέτες, τις καρέκλες τις έκλεβε μόνο στο καφενείο. Ήθελε τον χώρο του για να μην τον βρωμίσει η αδιαφορία της κοινωνίας. Σπάνια έκλαιγε ο αλήτης και κάθε φορά έλειπε ένας άλλος φίλος.


Η ανθρωπιά του πλήγωνε ακόμα και τα άτομα. Κουβαλούσε μέσα του τους στίχους του παρελθόντος όπως άλλοι κουβαλούσαν τους νεκρούς. Λύγιζε με το βάρος τους, αλλά δεν γονάτιζε ποτέ. Θα πέθαινε όρθιος. Δεν γινόταν αλλιώς.

Προκαλούσε δέος με το βλέμμα του και φόβο με το στόμα του. Ήξερε τα λόγια του δράκου και δεν ήλπιζε τίποτα. Αν δεν είχε υποκύψει ήταν απλώς επειδή δεν το γούσταρε. Ο πόθος του ήταν το πάθος του. Δεν είχε άλλη επιλογή. Μπορεί να ήταν άθλιος ο αλήτης, αλλά δεν άντεχε τη μιζέρια.

Η μόνη του ανάγκη ήταν ο ήλιος της δικαιοσύνης. Τις γυναίκες τις έπιανε από τα μαλλιά. Μόνο εκεί ο γλύπτης μπορούσε να πλάσει την ομορφιά. Όμως με τα χρόνια αγάπησε το κράμα και τον πηλό για να βλέπει περισσότερο ήλιο.
  • Έκαιγε τις ιδέες του για να μείνουν όρθιες ανάμεσα στους γονατισμένους.
Όλα ήταν ένα ψέμα, μα εκείνος το ήξερε. Έτσι κοίταζε τις σκιές κι έβλεπε το φως ώσπου να το χάσει για να το δώσει στους άλλους μέσα από τα έργα του.
  • Ο αλήτης που πέθανε ήταν από κράμα φωτός.





Τα αλητάκια της ανθρωπιάς

Βλέπουμε ένα παραδοσιακό καφενείο κι ακούγεται ένα μπουζούκι να παίζει το τραγούδι: Ένας αλήτης πέθανε. Όταν ανοίγει εντελώς η σκηνή, βλέπουμε έναν οργανοπαίκτη στη γωνία. Πριν τελειώσει καλά καλά, εισέρχεται στο καφενείο μία ομάδα άτακτων παιδιών.

Αλέξανδρος: Πού θα παίξουμε σήμερα;
Ευτύχης: Δείχνοντας ένα τραπέζι στο κέντρο. Σ' αυτό, σ' αυτό.
Kλάους: Κάθομαι εδώ!
Γιάννης: Πάλι;
Άννα: Αφού του φέρνει γούρι…
Φιορέλα: Αφού δεν παίζετε με λεφτά… Τι πειράζει;
Κώστας: Επειδή δεν πειράζει, το λέει! Γελάνε όλοι. Γιατί αν πείραζε, θα σου έλεγα εγώ…
Δέσποινα: Ακόμα να φτάσουν οι άλλοι…

Έρχονται δύο παιδιά επιπλέον. 

Μανώλης: Φτάσαμε!
Ερμής: Κι εσείς μάς ψάχνετε;
Αλέξανδρος: Ποιος άλλος σας ψάχνει;
Μανώλης: Η κακούργα η κοινωνία!
Ερμής: Πάψε, Μανώλη!
Μανώλης: Μα…
Κλάους: Τι έγινε, παιδιά;
Ερμής: Παραλίγο να μας πιάσουν!
Γιάννης: Ποιοι;
Ερμής: Τα όργανα!
Μανώλης: Οι τσιτσιφιόγκοι…
Άννα: Μα τι κάνατε;

Ο οργανοπαίχτης αρχίζει να παίζει: Που ‘σαι Θανάση; τραγουδάει και τα παιδιά του συνοδεύουν το ρεφραίν. 

Φιορέλα: Πάλι παίζετε Θανάση !
Ερμής: Η παράδοση, παράδοση !
Κωστής: Καλά κάνουν! Εδώ παίζει όλη η κοινωνία μαζί μας κι οι άλλοι δεν λένε τίποτα.
Άννα: Μήπως τα παραλέτε;
Ερμής: Δεν έχουμε τέτοιες πολυτέλειες! Η πιάτσα είναι πιάτσα κι ας λέει η κοινωνία.
Μανώλης: Μας έλειπε ο Θανάσης!
Αλέξανδρος: Έτσι είναι οι φίλοι! Λοιπόν, παίζουμε;
Ερμής: Βέβαια. Φέρτε τράπουλα!
Μανώλης: Θα παίξουμε με την τύχη μας!
Ερμής: Στη μνήμη του Θανάση.
Μανώλης: Που πέθανε για μας…
Αλέξανδρος: Δεν ήξερε να κάνει και τίποτα άλλο. Γέλιο.

Κάθονται όλοι γύρω απ' το τραπέζι. Τα κορίτσια πάνε προς τον οργανοπαίχτη. 

Κλάους: Αφού ξέρετε ότι δεν δέχεται παραγγελίες.
Γιάννης: Κάνει πάντα ό,τι γουστάρει!

Ο οργανοπαίχτης κάνει νόημα με το κεφάλι. 
Και μιλιά δε βγάζει.

Κωστής: Έτσι είναι οι βουβοί!
Αλέξανδρος: Δεν είναι βουβός, απλώς αποφάσισε να ζήσει με τη σιωπή του.
Κωστής: Μα είναι ζωή αυτό;
Φιορέλα: Αυτό είναι ζωή! Όλα τα άλλα είναι εξάρτηση!

O μουσικός αρχίζει να παίζει το Άπονη ζωή. 

Μανώλης: Και τώρα πώς θα παίξουμε με τέτοιο κομμάτι;
Αλέξανδρος: Δεν αλλάζουν τα χαρτιά!
Ερμής: Κι αν η τράπουλα είναι σημαδεμένη; 
Αλέξανδρος: Πάντα είναι! Απλά, ποιος το προσέχει; 
Κλάους: Και πώς θα σπάσουμε πλάκα;
Αλέξανδρος: Όπως κάνεις από παιδί.
Άννα: Δεν θα το αντέξω αυτό!
Γιάννης: Κι εμείς να κάνουμε ό,τι γουστάρουμε! Στο κάτω κάτω της γραφής, η φτώχεια δεν αλλάζει.
Κλάους: Σωστά!
Μανώλης: Έτσι μπράβο παιδιά!
Ερμής: Τι σου κάνει η σιωπή!
Μανώλης: Κι η μουσική!
Φιορέλα: Κερνάμε εμείς!
Μανώλης: Τι πράγμα; Κερνάνε οι γυναίκες;
Ερμής: Αυτές δεν είναι..
Μανώλης: Τι;
Ερμής: Καρακάξες! Ας μας κεράσουν!
Μανώλης: Εντάξει, εντάξει!
Άννα: Έψα για όλους!
Μανώλης: Κοίτα λεβεντιά οι γυναίκες!
Αλέξανδρος: Πάλι καλά που έχουμε κι αυτές…
Γιάννης: Γιατί;
Αλέξανδρος: Αδέλφια θέλουμε, όχι αδελφές. Αμάν πια. Αλλιώς, ποιος θα κρατά τον μπαγλαμά;

Ο μουσικός αρχίζει Τα ματόκλαδά σου λάμπουν.

Φιορέλα: Αυτό είναι για μας!

Τα κορίτσια αρχίζουν να χορεύουν. Και τα αγόρια σηκώνονται από το τραπέζι αφήνοντας την τράπουλα. 

Μανώλης: Τι σου κάνουν οι γυναίκες!
Γιάννης: Δείχνουν το παράδειγμα… σε μια κοινωνία του κουτσομπολιού και της παρέας.
Κωστής: Δεν είναι λίγο βαρύ αυτό;
Γιάννης: Άλλο είναι βαρύ… Αλλά άστο… Δεν βλέπεις τι κάνουν με την πατρίδα μας;
Κωστής: Και τι κάνουν με την πατρίδα;
Γιάννης: Μπερδεύουν ακόμα και τις βούρτσες. Τουλάχιστον με τις γυναίκες δεν ψαχνόμαστε.
Κωστής: Έχεις δίκιο… Ειδικά στις διεθνείς σχέσεις.
Αλέξανδρος: Νομίζουν ότι τρώμε κουτόχορτο.
Κλάους; Αλλά εμείς δεν μασάμε!

Ερμής: Είμαστε τα αλητάκια της ανθρωπιάς!
Σοφία Ντρέκου / Νίκος Λυγερός Λόγοι
2735) Ένας γέρος πέθανε. (ποίημα). Perfection 8 4 4/2007. Fr. Un vieux est mort. (poème).
2685) Ο αλήτης που πέθανε. Perfection 8 3 3/2007. Le voyou qui est mort.

Σοφία Ντρέκου 18 Νοεμ 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: